ἄστει

ἄστυ
town
neut nom/voc/acc dual (attic epic)
ἄστυ
town
neut dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀστεῖ' — ἀστεῖα , ἀστεῖος of the town neut nom/voc/acc pl ἀστεῖε , ἀστεῖος of the town masc voc sg ἀστεῖαι , ἀστεῖος of the town fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειότερον — ἀστεῑότερον , ἀστεῖος of the town adverbial comp ἀστεῑότερον , ἀστεῖος of the town masc acc comp sg ἀστεῑότερον , ἀστεῖος of the town neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειοτάτας — ἀστεῑοτάτᾱς , ἀστεῖος of the town fem acc superl pl ἀστεῑοτάτᾱς , ἀστεῖος of the town fem gen superl sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειοτάτων — ἀστεῑοτάτων , ἀστεῖος of the town fem gen superl pl ἀστεῑοτάτων , ἀστεῖος of the town masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειοτέρα — ἀστεῑοτέρᾱ , ἀστεῖος of the town fem nom/voc/acc comp dual ἀστεῑοτέρᾱ , ἀστεῖος of the town fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειοτέρας — ἀστεῑοτέρᾱς , ἀστεῖος of the town fem acc comp pl ἀστεῑοτέρᾱς , ἀστεῖος of the town fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειοτέρων — ἀστεῑοτέρων , ἀστεῖος of the town fem gen comp pl ἀστεῑοτέρων , ἀστεῖος of the town masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειότατα — ἀστεῑότατα , ἀστεῖος of the town adverbial superl ἀστεῑότατα , ἀστεῖος of the town neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστειότατον — ἀστεῑότατον , ἀστεῖος of the town masc acc superl sg ἀστεῑότατον , ἀστεῖος of the town neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεία — ἀστεί̱ᾱ , ἀστεῖος of the town fem nom/voc/acc dual ἀστεί̱ᾱ , ἀστεῖος of the town fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.